Αύξηση της υπογεννητικότητας και οι συνέπειες της στον πληθυσμό

Το 2018 οι γεννήσεις στη χώρα μας ανήλθαν στις 87.074, δηλαδή 33.812 λιγότερες από τους θανάτους. Επιπλέον, υπογράμμισε πως η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό εκτρώσεων στην Ευρώπη και το τρίτο στον κόσμο, με περίπου 250.000 ετησίως. Μεταξύ των σημαντικότερων επιπτώσεων της υπογεννητικότητας και της συνακόλουθης γήρανσης του πληθυσμού, ανέφερε την ισχυρή επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων, τη μείωση μισθών και συντάξεων, καθώς και την ερημοποίηση των απομακρυσμένων περιοχών της χώρας. 

Πώς λοιπόν μπορεί αντιμετωπιστεί αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο πρόβλημα;

Σύμφωνα με τον κ. Δασκαλάκη, η Πολιτεία οφείλει να υιοθετήσει άμεσα και δραστικά μέτρα, όπως:

  • Παροχή οικονομικών κινήτρων για την απόκτηση τρίτου παιδιού
  • Εφαρμογή πολιτικών για τη διευκόλυνση της εργαζόμενης μητέρας
  • Δημιουργία Κέντρων Συμβουλευτικής και Στήριξης της οικογένειας
  • Στήριξη ζευγαριών με πρόβλημα γονιμότητας
  • Μείωση των εργοδοτικών εισφορών για τους νέους εργαζόμενους γονείς
  • Σύσταση ειδικού Φορέα διαχείρισης δημογραφικής πολιτικής

Από την πλευρά του, ο Βύρων Κοτζαμάνης, Καθηγητής Δημογραφίας και Διευθυντής Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (Ε.Δ.Κ.Α.), παρουσίασε τις προβλέψεις των ειδικών για τη δημογραφική κατάστασή της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι το 2025 ο πληθυσμός της Ελλάδας αναμένεται να κυμαίνεται μεταξύ 10.240,5 και 10.603,4, ενώ το 2035 από 9.514,5 έως 10.414,6. 

Στο πλαίσιο αυτό, η Φαίη Μακαντάση, Research Analyst “διαΝΕΟσις” τόνισε ότι εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανάσχεση της υπογεννητικότητας, το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα κυμαίνεται μεταξύ 8,3 εκατ. και 10 εκατ. άτομα, με μέση ηλικία τα 47-50 έτη, ενώ τα άτομα άνω των 65 ετών θα αποτελούν ποσοστό 30%-33% του πληθυσμού. 

Παρουσιάζοντας τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που δημιουργούν και εντείνουν το πρόβλημα, ο Δημήτριος Λουτράδης, Καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας Ε.Κ.Π.Α., Πρόεδρος Ελληνικής Μαιευτικής & Γυναικολογικής Εταιρείας (ΕΜΓΕ), υπογράμμισε ότι η αύξηση του μέσου όρου γάμου και απόκτησης πρώτου παιδιού, η αύξηση του κόστους διαβίωσης, αλλά και ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής, δεν ευνοούν τη γονιμότητα.

Όπως ανέφερε ο κ. Λουτράδης, το 44% των Ελληνίδων αποκτά μόνο ένα παιδί, ενώ μόλις το 4,8% περισσότερα από 4 παιδιά. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, πρότεινε την ίδρυση Γενικής Γραμματείας Δημογραφικού ή τη σύσταση Υφυπουργείου με αρμοδιότητα την ανάσχεση της υπογεννητικότητας, αλλά και τη δωρεάν παραχώρηση χρήσης κατοικιών που ανήκουν στην ιδιοκτησία του κράτους σε νέους γονείς, την οικονομική διευκόλυνση των νέων ζευγαριών και τη συμπαράσταση του κράτους σε ζευγάρια με πρόβλημα υπογονιμότητας.

Με τη σειρά του, ο Άρις Αντσακλής, Καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας Ε.Κ.Π.Α., Επίτιμος Πρόεδρος Ε.Ε.Π.Ι., πρόσθεσε ότι 33% των γυναικών και 50% των ανδρών ηλικίας 35-39 ετών θα ήθελαν να αποκτήσουν παιδί, ενώ το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 12% των γυναικών και 24% των ανδρών ηλικίας 40-45 ετών. Αναφερόμενος στις επιπτώσεις της αύξησης του μέσου όρου ηλικίας τεκνοποίησης, σημείωσε ότι οι γυναίκες σχετικά προχωρημένης ηλικίας, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο υπογονιμότητας, ενδομήτριου θανάτου ή αποβολής.

Ολοκληρώνοντας το πρώτο μέρος της εκδήλωσης, ο Διονύσιος Μπαλούρδος, Ερευνητής, Διευθυντής Ερευνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε.). υπογράμμισε πως η δημιουργία οικογένειας προϋποθέτει ότι τα ζευγάρια έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης στο μέλλον. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων ή οι επισφαλείς συμβάσεις εργασίας, όπως ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας, αποτελούν σημαντικό παράγοντα διόγκωσης της υπογεννητικότητας. 

ΠΗΓΗ: capital.gr