Ανάρπαστα τα ομόλογα… που πληρώνουν μετά θάνατον

“Μόδα” κρατικά χαρτιά διάρκειας 50 ή και 100 ετών – Γιατί οι επενδυτές δανείζουν σε χώρες με κρίση

Πριν από 100 χρόνια, η Ιρλανδία δεν ήταν καν ανεξάρτητο κράτος. Αυτό, όμως, δεν απέτρεψε τους επενδυτές, που πρόσφατα αγόρασαν ιρλανδικά ομόλογα γνωρίζοντας ότι αυτά θα αποπληρωθούν σε 100 χρόνια. Χωρίς να σκεφτούν πόσα μπορεί να αλλάξουν μέσα σε έναν αιώνα ή, έστω, ότι μόλις πριν από τρία χρόνια η χώρα βρισκόταν ακόμα υπό καθεστώς μνημονίου, οι επενδυτές δάνεισαν στην Ιρλανδία 100 εκατ. ευρώ για τα επόμενα 100 χρόνια, με κόστος μόλις 2,35%. Δηλαδή, φθηνότερο και από αυτό που πλήρωνε πριν από πέντε χρόνια η Γερμανία -που διαθέτει αξιολόγηση ΑΑΑ και θεωρείται ο θεματοφύλακας της φερεγγυότητας της Ευρώπης- για να δανειστεί στη 10ετία.

Εως τότε τα αποκαλούμενα και «century bonds» ήταν ένα μάλλον εξωτικό προϊόν του finance. Η μοναδική χώρα που είχε αντλήσει ένα σημαντικό ποσό μέσω της έκδοσης 100ετούς ομολόγου τα τελευταία χρόνια ήταν το Μεξικό. «Μια φορά και έναν καιρό, θα θεωρούνταν σημάδι παράνοιας ακόμα και εάν κάποιος πρότεινε απλώς έναν τίτλο με τόσο ασυνήθιστα μακρινή ωρίμανση», εξηγεί η «Telegraph». Ομως, όταν το Βέλγιο πήρε τη σκυτάλη από την Ιρλανδία, εκδίδοντας ομόλογα που λήγουν το 2116 με κουπόνι μόλις 2,3%, ήταν πια ξεκάθαρο ότι στην ευρωπαϊκή αγορά των κρατικών ομολόγων έχουν διαμορφωθεί νέα ήθη.

save-money1

Χαμηλό κόστος

Στον καιρό των αρνητικών επιτοκίων, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σπεύδουν η μία μετά την άλλη να «κλειδώσουν» το σημερινό χαμηλό κόστος δανεισμού για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορούν. Τον Απρίλιο, το Βέλγιο πούλησε το πρώτο 50ετές ομόλογό του και η Γαλλία εξέδωσε τα δικά της ομόλογα λήξης 2066, που πληρώνουν επιτόκιο μόλις 1,75%. Τον επόμενο μήνα, η ισπανική κυβέρνηση έλαβε προσφορές άνω των 10 δισ. ευρώ για τα δικά της ομόλογα 50ετίας, με αποτέλεσμα να αντλήσει τελικά 3 δισ. ευρώ με ετήσιο επιτόκιο 3,45%.

Και ενώ για τις κυβερνήσεις τα οφέλη από αυτές τις πολύ μακροπρόθεσμες ομολογιακές εκδόσεις είναι προφανή, αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση είναι η προθυμία των επενδυτών να αναλάβουν ένα τόσο μακροπρόθεσμο ρίσκο, και μάλιστα απαιτώντας πολύ χαμηλά επιτόκια. Οπως δείχνουν όλες οι αναλύσεις, υπεύθυνος για αυτή τη νέα «μόδα» στην ευρωπαϊκή αγορά των ομολόγων δεν είναι άλλος από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, και τους υπόλοιπους κεντρικούς τραπεζίτες που «βουτούν» στο πείραμα των αρνητικών επιτοκίων.

Τα μηδενικά επιτόκια και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ έχουν βοηθήσει ώστε ομόλογα συνολικής αξίας 9,4 τρισ. δολαρίων να δίνουν αυτήν τη στιγμή αρνητικές αποδόσεις. Οι αναλυτές της Bank of America Merrill Lynch έχουν υπολογίσει ότι πρόκειται για το 23,6% των συνολικών ομολόγων που βρίσκονται σε κυκλοφορία παγκοσμίως. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές (και ειδικά τα συνταξιοδοτικά ταμεία, που έχουν υποσχεθεί στους δικαιούχους τους αποδόσεις που σπανίζουν σήμερα στις αγορές) είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν σχεδόν οτιδήποτε προσφέρει μια αξιοπρεπή απόδοση.

Βέβαια, οι τόσο μακρινές λήξεις συνεπάγονται και αυξημένα ρίσκα. Τα πιο μακροπρόθεσμα ομόλογα είναι πιο ευάλωτα στις ξαφνικές μεταβολές των επιτοκίων. Και, επιπλέον, ζητούν από τους επενδυτές να «στοιχηματίσουν» ότι το συγκεκριμένο κράτος θα παραμείνει φερέγγυο για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, μέσα στο οποίο πολλά μπορεί να αλλάξουν.

Ομως, η τάση προς όλο και πιο μακρινές λήξεις είναι ξεκάθαρη στην ευρωζώνη. Η Goldman Sachs έχει υπολογίσει ότι η μέση ωρίμανση των ομολόγων που εκδίδουν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης αυξήθηκε από τα 10 χρόνια που ήταν το 2014 στα 15 χρόνια το 2015. Για το 2016, οι αναλυτές της επενδυτικής τράπεζας υπολογίζουν ότι η μέση ωρίμανση θα ανέβει στα 25 χρόνια.

Εκμεταλλευόμενες την ισχυρή επενδυτική ζήτηση για ομόλογα που δίνουν έστω αξιοπρεπείς αποδόσεις, κυβερνήσεις αλλά και επιχειρήσεις καταφέρνουν να επιμηκύνουν τη μέση περίοδο ωρίμανσης του χρέους τους και, κατ’ επέκταση, να βελτιώσουν τη βιωσιμότητά του. Η JP Morgan περιγράφει σε τελευταία έκθεσή της έναν ενάρετο κύκλο, που λειτουργεί ως εξής: Καθώς τα κουπόνια μειώνονται και οι περίοδοι λήξης επιμηκύνονται, οι δανειζόμενοι μειώνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους και, άρα, δημιουργούν ακόμα μεγαλύτερη ζήτηση για τα ομόλογά τους. Ετσι, παρότι τα χρέη ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνονται παγκοσμίως από το 2011, το κόστος εξυπηρέτησής τους μειώνεται και πλέον επιστρέφει στα προ κρίσης επίπεδα. «Στο 7% του παγκόσμιου ΑΕΠ σήμερα, το επιτοκιακό κόστος είναι πολύ χαμηλότερο από το υψηλό του 2008 στο 11% και χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα του 10%», σημειώνει η JP Morgan. «Με άλλα λόγια, η ικανότητα του πλανήτη να αντέξει περισσότερο χρέος έχει βελτιωθεί, παρά την αύξηση των χρεών ως ποσοστό του ΑΕΠ», εξηγούν οι αναλυτές.

Η Ευρώπη ιαπωνοποιείται

Για τον αρθρογράφο της «Telegraph» Τζέρεμι Γουόρνερ, πάντως, η νέα μόδα των πολύ μακρινών λήξεων είναι μια ακόμα ένδειξη της «ιαπωνοποίησης» της Ευρώπης. «Μια εξήγηση είναι ότι οι επενδυτές έχουν απλώς αποφασίσει ότι η Ευρώπη έχει γίνει Ιαπωνία, και, κατ’ επέκταση, είναι καταδικασμένη να περάσει ολόκληρες δεκαετίες με αποπληθωρισμό», σημειώνει η βρετανική εφημερίδα. Πραγματικά, οι απογοητευτικά χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και οι μέχρι στιγμής αποτυχημένες προσπάθειες να τονωθεί ο πληθωρισμός δικαιώνουν την άποψη αυτή. Αλλωστε, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιούσε προ ημερών ότι η παρατεταμένη περίοδος χαμηλής ανάπτυξης καθιστά την παγκόσμια οικονομία ευάλωτη σε αρνητικά σοκ και αυξάνει τον κίνδυνο να βυθιστεί ο πλανήτης στη στασιμότητα.

*Από την εφημερίδα ΕπένδυσηΠηγή: Ανάρπαστα τα ομόλογα… που πληρώνουν μετά θάνατον – Ependisi