Δάνεια κατοικίας και “ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΟΡΟΣ” (υπασφάλιση)

Ένα από τα συχνότερα λάθη που γίνονται στην ασφάλιση περιουσίας είναι η λανθασμένη ασφάλιση της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που ασφαλίζεται.  Αν αυτό γίνεται προς τα “επάνω” δηλαδή ασφαλίζουμε κάτι περισσότερο από όσο αξίζει πραγματικά, τότε το αντίτιμο είναι η πληρωμή αυξημένου ασφαλίστρου.  Στην περίπτωση όμως που ασφαλίζουμε κάτι προς τα “κάτω”, δηλαδή χαμηλότερα από την πραγματική του αξία, τότε τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά και περιπλέκονται ακόμα περισσότερο στην περίπτωση αποζημίωσης.

Ας δούμε το παραπάνω με ένα απλό παράδειγμα:

Ας υποθέσουμε ότι ασφαλίζουμε ένα ακίνητο που έχει αξία (σταθερή διαχρονικά) π.χ 200.000 ευρώ. Ζητάμε από τον ασφαλιστή να το καλύψει για 150.000 ευρώ (τα 3/4 της αξίας του) και φυσικά πληρώνουμε το ανάλογο ασφάλιστρο.  Έστω λοιπόν ότι γίνεται ζημιά που αντιστοιχεί σε 80.000 ευρώ. Τότε ο ασφαλιστής (η εταιρία) ενεργοποιεί την κάλυψη που αντιστοιχεί στη ζημιά με τη χρήση του λεγόμενου “ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΥ ΟΡΟΥ” και έρχεται να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για τα 3/4 των 80.000 ευρώ, δηλαδή 60.000 ευρώ.

Αυτό δηλαδή που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι, το σπίτι είναι υπασφαλισμένο και άρα πληρώνει το ποσοστό της υπασφάλισης. Πρακτικά θεωρεί τον ασφαλισμένο “συνασφαλιστή” κατά την υπόλοιπη αξία.

Το παραπάνω παράδειγμα στις μέρες μας είναι πολύ πιθανό να το αντιμετωπίσει ο καθένας που έχει πάρει ένα δάνειο κατοικίας από τράπεζα και αυτή τον έχει “υποχρεώσει” να ασφαλιστεί με τα δικά της προγράμματα και όρους. Στις περισσότερες περιπτώσεις που γνωρίζω και προσωπικά, αλλά και συζητώντας με άλλους συναδέλφους, έχω διαπιστώσει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ασφαλειών είναι ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ σε μεγάλο βαθμό στο κεφάλαιο κάλυψης του ακινήτου αλλά και σε επιμέρους παροχές – καλύψεις.

Προστασία Περιουσίας

Κατά τη γνώμη μου αυτό έχει δημιουργηθεί από πολλές αιτίες για τις οποίες θα αναφερθώ σε άλλο άρθρο μου αναλυτικά. Συνοπτικά όμως εντοπίζονται στις εξής περιπτώσεις:

  1. Ο πελάτης δανειολήπτης δεν είχε ασφαλιστική παιδεία όταν σύναψε την σύμβαση δανείου και πιεζόμενος από την ανάγκη εκταμίευσης του δανείου του δεν έψαξε καθόλου την ασφαλιστική του δαπάνη στην οποία τον υποχρέωνε η τράπεζα και υπέγραφε  να εξοφλεί μέσω της δόσης του τα ασφάλιστρα του δανείου του.
  2. Ο δανειολήπτης δεν συμβουλεύτηκε επαγγελματία ασφαλιστή για την σωστή κάλυψη του ακινήτου του στο σωστό τίμημα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι υπάλληλοι των τραπεζών που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για αυτά τα θέματα(σήμερα πλέον τους έχουμε εκπαιδεύσει και αυτούς), να ασφαλίζουν μόνο το ποσό του δανείου και όχι την πραγματική αξία του ακινήτου! – Αυτό βέβαια μοιραία ζημιώνει και την τράπεζα που είναι ενυπόθηκος δανειστής σε περίπτωση ζημιάς καθώς η αποζημίωση που θα λάμβανε θα ήταν μικρότερη του δανείου λόγω υπασφάλισης.

Σήμερα τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί και η ανάγκη σωστής κάλυψης έχει έρθει στην επιφάνεια λόγω της ανάγκης των δανειοληπτών να κινηθούν σε ασφαλιστικά γραφεία και έμπειρους συναδέλφους ώστε να εξοικονομήσουν χρήματα από το κόστος της ασφάλισης αλλά και να αποκτήσουν ένα πρόγραμμα πιο συνεπές σε περίπτωση ασφαλιστικής ζημιάς.

Βέβαια και οι πελάτες μας, μη αντιλαμβανόμενοι της αρχής του αναλογικού όρου, ζητάνε μέχρι και σήμερα να τους μειώσουμε το κεφάλαιο κάλυψης γιατί έχει μειωθεί το υπόλοιπο του δανείου τους. Για το λόγο αυτό ο κάθε επαγγελματίας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής αφιερώνει πολύτιμο χρόνο πρωταρχικά να αναπτύξει την ασφαλιστική συνείδηση των πελατών του και στη συνέχεια να τους εξηγήσει πιο είναι το πραγματικό τους συμφέρον στην κάλυψη κατοικίας με ενυπόθηκο δανειστή. Άλλωστε σήμερα τα προγράμματα που προσφέρονται είναι με πολύ δικαιότερα ασφάλιστρα και καλύτερους όρους από αυτά που πληρώνουν πολλοί στα παλιά ασφαλιστήρια που έχουν συνάψει με τους τραπεζικούς τους φορείς.

Η προτροπή μου προς τον οποιοδήποτε έχει δάνειο κατοικίας – έστω και από υποχρέωση – να συμβουλευτεί έναν επαγγελματία για τη σωστή και πιο οικονομική κάλυψή του.

Φωκίων Σταυρόπουλος
Διευθύνων Σύμβουλος
frontis Insurance Agents